Επειδή με ένα βιντεάκι ξεκίνησε μία συζήτηση,νομίζω οτι αξίζει ένα μικρό αφιέρωμα στους αδελφούς αυτούς και στην διαδρομή τους στο λαικό τραγούδι , το πρώτο κείμενο απο την Καθημερινή, το δεύτερο απο το ιστολόγιο rosetabooks. Υπάρχει τουλάχιστον και ένα βιβλίο, που το βρίσκει κανείς στον Βόλο με όλη την ιστορία της οικογένειας, πλούσιο φωτογραφικό υλικό και ένα cd με τις ζωντανές τους ηχογραφήσεις οι οποίες είναι εξαιρετικά σπάνιες

θα ψάξω να το βρώ στην βιβλιοθήκη και θα σας ενηνερώσω για τον εκδοτικό οίκο
Η αξέχαστη «Σκάλα του Μιλάνου» στον Βόλο
ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ 14.03.2009
Την περασμένη εβδομάδα προβλήθηκε σε επανάληψη στην ΕΤ3 η «Σκάλα του Μιλάνου» από την ωραία σειρά ντοκιμαντέρ «Ελλήνων δρώμενα» του Αντώνη Τσάβαλου. Δύσκολο να μη ζηλέψουμε εκείνους που πρόλαβαν ή μάλλον αξιώθηκαν να ακούσουν τον Κάρολο Μιλάνο στο μπουζούκι και τον αδελφό του Νίκο στην κιθάρα, αλλά κυρίως έζησαν τη μοναδική ατμόσφαιρα της βολιώτικης «Σκάλας». Αυτό το ιστορικό ταβερνάκι είναι ο πιο νωπός θρύλος στην ιστορία όχι μόνο του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού αλλά και του λαϊκού πολιτισμού.
Η «Σκάλα του Μιλάνου» έκλεισε το 2006, ύστερα από 80 και πλέον χρόνια λειτουργίας. Το ντοκιμαντέρ περιλάβαινε αποσπάσματα από βίντεο που είχαν τραβηχτεί στην ταβέρνα, καθώς και σύντομες αφηγήσεις ανθρώπων που είχαν γνωρίσει και είχαν αγαπήσει τη «Σκάλα». Εντύπωση προκαλούν ο σεβασμός, ο θαυμασμός και η αγαλλίαση στις αφηγήσεις των νέων που μιλούν σήμερα γι' αυτούς τους καλλιτέχνες. Εύκολα ο τηλεθεατής μαντεύει ότι ο Κάρολος και ο Νίκος, τυχερά παιδιά ενός σπουδαίου πατέρα, δεν ήταν μόνο δεξιοτέχνες μουσικοί, αλλά και ολοκληρωμένες κοινωνικές προσωπικότητες που επέλεξαν το βιοπορισμό σε ένα ταπεινό ταβερνάκι, αρνούμενοι τους μάνατζερ, την καριέρα στη μεγάλη πόλη, τα μεγάλα μαγαζιά και το μεγάλο «νυχτοκάματο». Οι ίδιοι μαγείρευαν νόστιμους (και φτηνούς) μεζέδες, σέρβιραν, κουβέντιαζαν με τους θαμώνες, έπαιζαν θαυμάσια μουσική και τραγουδούσαν. Θυμίζουν εκείνον τον Ινδό επαναστάτη από την Καλκούτα στο μυθιστόρημα του Χάουαρντ Φαστ «Η υπόσχεση», που το 1945 μόνος του έγραφε, τύπωνε, διένεμε και διάβαζε την εφημερίδα του, αφού πήγαινε με το ποδήλατο από χωριό σε χωριό και τη διάβαζε μεγαλόφωνα στους αναλφάβητους χωρικούς. Κάθε ακροατής της εφημερίδας τον πλήρωνε με ένα σπυρί ρύζι κι έτσι εξασφάλιζε το πιάτο της ημέρας. Αυτή και αν ήταν εναλλακτική δημοσιογραφία!
Στη «Σκάλα» επικρατούσαν άγραφοι κώδικες. Το νταηλίκι, το ξεσάλωμα, τα τσιγαριλίκια δεν είχαν θέση εδώ. Σε αντίθεση με ό, τι συμβαίνει στα νυχτερινά κέντρα του συρμού, όπου οι φίρμες εμφανίζονται μετά τα μεσάνυχτα, εδώ το πρόγραμμα άρχιζε νωρίς και τελείωνε αυστηρά γύρω στη μία. Παρά τα παρακάλια, δεν υπήρχε «ανκόρ» («κι αύριο μέρα είναι», ήταν η κλασική απάντηση). Η κατάνυξη συνυπήρχε με τη χαρά καθώς οι άνθρωποι δεν μεράκλωναν, αλλά γλεντούσαν δίχως φωτιστικά εφέ, μπαλέτα και μικρόφωνα, ενώ οι μουσικοί δεν κάθονταν στο πάλκο, πιο ψηλά από τον κόσμο, αλλά ανάμεσα στα τραπέζια, πλάι στον κόσμο.
Το ήθος, η νοστιμιά, η απλότητα δεν αναπαράγονται, αλλά και δεν ανήκουν αποκλειστικά στο παρελθόν. Νέες μορφές συλλογικότητας και δημιουργίας γεννιούνται και διαδίδονται - και με το Διαδίκτυο να παίζει σημαντικό ρόλο.
Το παράδειγμα της «Σκάλας» δεν τροφοδοτεί μόνο τη νοσταλγία, αλλά το πείσμα και την ευγενική φιλοδοξία ενώ το ντοκιμαντέρ αυτό έμμεσα έδειξε ότι οι Μιλάνοι πήγαν κόντρα στο ρεύμα.

- cf83cebaceaccebbceb1-cf84cebfcf85-cebcceb9cebbceaccebdcebfcf85.jpg (73.55 KiB) 541 προβολές
Η ΣΚΑΛΑ του Κ. κ. Ν. ΜΙΛΑΝΟΥ” στο Βόλο (Σωτήριον έτος 1974)
30/09/2012 από rosetabooks
Μεταπολίτευση. Εικοσάχρονος επισκέπτης στο Βόλο το σωτήριον έτος 1974… Βόλτα στην πόλη με λίγα φράγκα στην τσέπη. Βλέπω την επιγραφή “”Η ΣΚΑΛΑ του Κ. κ. Ν. ΜΙΛΑΝΟΥ” και με μαγνητίζει… Είχα ακούσει για την πραγματική Σκάλα του Μιλάνου από ένα μισοψώνιο τενόρο, τον Οδυσσέα (να ζει άραγε;) που είχε πάει μια βόλτα στην Ιταλία και όταν επέστρεψε στην επαρχιακή πόλη παραμύθιαζε τους μεγάλους και τον πατέρα μου (τενόρος και αυτός αλλά όχι ψώνιο) ότι είχε τραγουδήσει στη Σκάλα του Μιλάνου.
Έτσι λοιπόν όταν είδα την επιγραφή στο Βόλο το μάτι αρχικά καρφώθηκε επάνω της και στη συνέχεια στην ταβέρνα. Ήταν απόγευμα. Τριγύριζα μέχρι να βραδιάσει, να ανοίξει η “Σκάλα” και να μπω μέσα. Κάποια στιγμή άνοιξε, μπορεί να ήμουνα και ο πρώτος πελάτης, κάθισα στο τραπέζι και περίμενα… Κανείς δεν βιαζόταν να πάρει παραγγελία, σιγά σιγά το μαγαζί γέμιζε….
Το μαγαζί γέμιζε, ξεκίνησαν οι παραγγελίες μέσα στις κάπνες, υπήρχε και ένα υπόγειο με μια σκάλα που ανεβοκατέβαιναν οι μαγαζότερες, σέρβιραν φαγητά και ποτά…. ώσπου κάποια στιγμή ακούγεται μια φωνή “Σε 15 λεπτά ξεκινάμε και παίζουμε, όποιος θέλει να παραγγείλει να το κάνει τώρα γιατί σε λίγο θα παίξουμε και θα κάνουμε το κέφι μας…”
Πραγματικά σε λίγο ξεκίνησε η μυσταγωγία…. Κάθισαν οι δύο μαγαζότερες στις ψάθινες καρέκλες τους, αργότερα έμαθα ότι το Κ. αντιστοιχούσε στο Κάρολος και το Ν. στο Νίκος, άνοιξαν ένα χοντρό τετράδιο που είχαν γράψει τους στίχους αμέτρητων τραγουδιών και άρχισαν να παίζουν και να τραγουδάνε, χωρίς μικρόφωνο βεβαίως βεβαίως…. Τραγούδια άγνωστα και γνωστά, ρεμπέτικα, λαϊκά αλλά και έντεχνα (Θεοδωράκη κ.ά). Εγώ σε όλο το διάστημα είχα μείνει άφωνος (δεν σιγοτραγουδούσα όπως οι άλλοι θαμώνες) και παρατηρούσα τους “Μιλάνους” και το “Χριστεπώνυμη” παρέα στη Σκάλα, γιατί περί παρέας επρόκειτο.
Για τους Μιλάνους δεν θα γράψω περισσότερα, υπάρχουν άλλοι που έχουν γράψει εγκυρότερα, καλύτερα, που έχουν κάνει ρεπορτάζ και αφιερώματα στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, έχουν αφήσει τα ίχνη τους σε CD και video… Εκείνο που ήθελα να καταγράψω είναι πως εκείνη η βραδιά ήταν η αφορμή να ξεκινήσω την πρώτη μου έρευνα για το ρεμπέτικο που στη συνέχεια επεκτάθηκε στη σχέση του με το Πορτογαλέζικο Fado, τα Blues, τα Αργεντίνικο Tangoes… Μια έρευνα που χάθηκε στα χαρτιά αλλά που αποτέλεσε το μεθοδολογικό εργαλείο για να ακολουθήσουν άλλες έρευνες και εργασίες…
Ξαναπιστρέφουμε στη Σκάλα των Μιλάνων, εν των μεταξύ η “Σκάλα” είχε μεταφερθεί από το κέντρο στην περιφέρεια της πόλης. Στο δρόμο για το Βόλο ακούμε τον Κάρολο Μιλάνο σε ένα ραδιοφωνικό σταθμό να μιλάει για τα προβλήματα των συνταξιούχων και να λέει ότι είχε κατέβει στη συγκέντρωση στην Αθήνα (αν θυμάμαι καλά του ΠΑΜΕ). Προφανώς και πήγαμε το βράδυ στο μαγαζί… προφανώς και περάσαμε καλά… Οι Μιλάνοι τριάντα χρόνια ωριμότεροι τραγουδούσαν “σε ένα νησί των λουλουδιών” “σαν το ξέγνοιαστο τζιτζίκι” …
Το 2006 πέθανε ο Νίκος και το 2007 ο Κάρολος. Το μαγαζί έκλεισε το 2006…
Δεν ξέρω γιατί… αλλά σπάνια έχω νιώσει όπως εκείνη τη βραδιά του 1974… Έχω ξαναζήσει μια παρόμοια βραδιά στους “40 δράκους” στη Σύρο τον ίδιο χρόνο, και αργότερα με τον “Ήχο της σάλπιγγας” του Γιάννη Ζουγανέλη στην Ελευσίνα, στην εκδήλωση που είχε οργανώσει στο κρασουλάδικο του αδελφού της η Ευαγγελία.
(Α! στα Video που θα δείτε τον Κάρολο και τον Νίκο να τραγουδούν και να παίζουν, αν προχωρήσετε λίγο περισσότερο από την ανάγνωση της οθόνης, δεν είναι από το μαγαζί του 1974).
—————-
Λίγα χρόνια αργότερα ακούω τον Μίλτο Πασχαλίδη και την Αναστασία Μουτσάτσου να τραγουδούν τους καταπληκτικούς στίχους του Μιχάλη Κουμπιού και μουσική του Μιχάλη Νικολούδη:
[...Μορφές χειρονομίες ήχοι αγαπημένοι
ποτά τσιγάρα στάχτη πέφτει εδώ.
Ρεμπέτικα και φάδος, Φλαμένκο, μπλουζ και τάνγκο
γεια σου αγάπη μου ήρθα να σε δω....]
… θυμήθηκα την πρώτη έρευνα που είχα καταλήξει στο συμπέρασμα για την κοινή λαϊκή συνισταμένη των “Ρεμπέτικων, Φάδος, Φλαμένκο, Μπλουζ, Τάκνο”, και είπα τότε να γράψω κάτι για τη ” ΣΚΑΛΑ του Κ. κ. Ν. ΜΙΛΑΝΟΥ” στο Βόλο. Δεν το έκανα τότε… το κάνω σήμερα κάπως βιαστικά, είναι αλήθεια…
Τώρα θυμήθηκα και ένα άλλο άρθρο με θέμα “Ελληνική μουσική και την Αριστερά” στο περιοδικό “Πολιτική και κοινωνική ΕΡΕΥΝΑ” που αποτέλεσε αντικείμενο της πρώτης μου έρευνας και ανατριχιάζω…. Γιατί? – Ίσως σας το αποκαλύψω κάποια άλλη φορά, αν βρω το άρθρο…
Σαν έρθει η ώρα της πορείας πολλοί δεν ξέρουν πως επικεφαλής βαδίζει ο εχθρός τους.
Η φωνή που διαταγές τους δίνει είναι του εχθρού τους η φωνή.
Και εκείνος που για τον εχθρό μιλάει είναι ο ίδιος τους ο εχθρός.
Μπ. Μπρέχτ